11.5.11

Διγενής Ακρίτης


Βροντᾶ κι ἀστράφτει ὸ οὐρανὸς καὶ σειέτ’ ὁ ἀπάνω κόσμος
κι ὁ κάτω κόσμος ἄνοιξε καὶ τρίζουν τὰ θεμέλια,
κὶ ἡ πλάκα τὸν ἀνατριχιᾶ πῶς θὰ τόνε σκεπάση,
πῶς θσ σκεπάση τὸν ἀπὸ τσῆ γῆς τὸν ἀντρειωμένο.
Σπίτι δὲν τὸν ἐσκέπαζε, σπήλιο δὲν τὸν ἐχώρει,
τὰ ὄρη ἐδιασκέλιζε, βουνοῦ κορφὲς ἐπήδα,
χαράκι’· ἀμαδολόγανε καὶ ριζιμιὰ ξεκούνειε.
Στὸ βίτσιμά ᾽πιανε πουλιά, στὸ πέταμα γεράκια,
στὸ γλάκιο* καὶ στὸ πήδημα τὰ λάφια καὶ τ’ ἀγρίμια.
Ζηλεύγει ὁ Χάρος, μὲ χωσιὰ μακρὰ τόνε βιγλίζει,
κι ἐλάβωσέ του τὴν καρδιὰ καὶ τὴν ψυχή του πῆρε.

Τρίτη ἐγεννήθη ὁ Διγενὴς καὶ Τρίτη θὰ πεθάνη.
Πιάνει, καλεῖ τοὺς φίλους του κι ὅλους τοὺς ἀντρειωμένους
νά ᾽ρθη ὁ Μηνᾶς κι ὁ Μαυραϊλής, νά ᾽ρθη κι ὁ γιὸς τοῦ Δράκου
νά ᾽ρθη κι ὁ Τρεμαντάχειλος, ποὺ τρέμει ἡ γῆ κι ὁ κόσμος.
Κι ἐπῆγαν καὶ τὸν ηὕρανε στὸν κάμπο ξαπλωμένο.
Βογκάει, τρέμουν τὰ βουνά, βογκάει, τρέμουν οἱ κάμποι.
-Σὰν τί νὰ σ ᾽ηὗρε Διγενή, καὶ θέλεις νὰ πεθάνης;
-Φίλοι, καλῶς ὁρίσατε, φίλοι κι ἀγαπημένοι,
συχάσετε, καθίσετε κι ἐγὼ σᾶς ἀφηγιέμαι.
Τῆς Ἀραβίνας τὰ βουνά, τῆς Σύρας τὰ λαγκάδια,
ποὺ κεῖ συνδυὸ δὲν περπατοῦν, συντρεῖς δὲν κουβεντιάζουν,
παρὰ πενήντα κι ἑκατό, καὶ πάλε φόβον ἔχουν,
κι ἐγὼ μονάχος πέρασα πεζὸς κι ἀρματωμένος,
μὲ τετραπίθαμο σπαθί, μὲ τρεῖς ὀργιὲς κοντάρι.
Βουνὰ καὶ κάμπους ἔδειρα, βουνὰ καὶ καταράχια,
νυχτιὲς χωρὶς ἀστροφεγγιά, νυχτιὲς χωρὶς φεγγάρι.
Καὶ τόσα χρόνια πού ᾽ζησα δῶ στὸν ἀπάνου κόσμο
κανένα δὲ φοβήθηκα ἀπὸ τοὺς ἀντρειωμένους.
Τώρα εἶδα ἔναν ξυπόλυτο καὶ λαμπροφορεμένο,
πόχει τοῦ ρήσου τὰ πλουμιά, τῆς ἀστραπῆς τὰ μάτια·
μὲ κράζει νὰ παλέψωμε σὲ μαρμαρένια ἁλώνια
κι ὅποιος νικήση ἀπὸ τοὺς δυὸ νὰ παίρνη τὴν ψυχή του.
Καὶ πῆγαν καὶ παλέψανε στὰ μαρμαρένια ἁλώνια
κι ὅθε χτυπάει ὁ Διγενής, τὸ αἶμα αὐλάκι κάνει,
κι ὅθε χτυπάει ὁ Χάροντας, τὸ αἶμα τάφρο κάνει.

Δεν υπάρχουν σχόλια: